Πατριαρχική Θεία Λειτουργία στην Καππαδοκία

[ 0 ] May 27, 2012 |

Εκατοντάδες πιστοί συμμετείχαν στην Πατριαρχική Θεία Λειτουργία που τελέστηκε την Κυριακή των Αγίων 318 Πατέρων της Α’ Οικουμενικής Συνόδου της Νικαίας στον Ιερό Ναό  των Αγίων Βασιλείου και Βλασίου στο ιστορικό Μιστί, στα αγιασμένα χώματα της Καππαδοκίας. Για πρώτη φορά μετά το 1922, οπότε και ο δεκάτρουλος Ναός «σιώπησε» – όπως και οι άλλοι περικαλείς πέτρινοι Ναοί της Καππαδοκικής γης – τελέστηκε  το ιερό μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο, ο οποίος συλλειτούργησε μαζί με τους Μητροπολίτες του Θρόνου, Μπουένος Άϊρες Ταράσιο και Κισάμου και Σελίνου Αμφιλόχιο.

«Εδώ σήμερον συνηντήθημεν ζώντες και κεκοιμημένοι εις το ιερόν δισκάριον της Προσκομιδής», τόνισε ο Οικουμενικός Πατριάρχης στην ομιλία του. Παρέστησαν συμπροσευχόμενοι οι Μητροπολίτες Δράμας Παύλος και Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως Βαρνάβας καθώς και Άρχοντες του Θρόνου, προσκυνητές από την Πόλη αλλά και από την Ελλάδα και τις ΗΠΑ και άλλες χώρες.

Από το ιστορικό Μιστί καταγόταν ο τοπικός Άγιος Δημήτριος ο εκ Νίγδης ενώ η ποτισμένη με τα δάκρυα και το αίμα μαρτύρων της Εκκλησίας Αγιοτόκος Καππαδοκία ευλογήθηκε από την παρουσία και τις δοκιμασίες του Αγίου Ιωάννη του Ρώσου, τη μνήμη του οποίου τιμά σήμερα η Εκκλησία.

Την παραμονή της εορτής ο Οικουμενικός Πατριάρχης χοροστάτησε στον πανηγυρικό εσπερινό που τελέστηκε στον ανακαινισμένο Ιερό Ναό της Μονής του Αγίου Νικολάου Σινασσού.

«…Αι δύσκολοι εξωτερικαί συνθήκαι ποτέ δεν είναι δι’ ημάς τους πιστεύοντας εις τον Χριστόν εμπόδιον εις την πρόοδόν μας, αλλά αντιθέτως αποτελούν εφαλτήριον δια μεγαλύτερα πνευματικά κατορθώματα. Και τούτο το απεδείξαμεν ως Γένος πολλάκις και το βλέπομεν εις όλας τας εκφάνσεις του πολιτισμού μας. Έχομεν την εντύπωσιν ότι όσον περισσότεροι ήσαν οι κίνδυνοι δι’ημάς, τόσον ο βίος και ο πολιτισμός μας εβυθίζοντο εις το φως της Αναστάσεως, το ίδιον φως το οποίον διαχρονικώς νυν και εις τους αιώνας φωτίζει την Βασιλεύουσαν Πόλιν και τα όρη και τους δρυμούς και τας νάπας της Καππαδοκίας», τόνισε ο Οικουμενικός Πατριάρχης στην ομιλία του.

Ακολουθούν οι ομιλίες του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου στον Ιερό Ναό των Αγίων Βασιλείου και Βλασίου, στο Μιστί, καθώς και στον εσπερινό που τελέστηκε στον ανακαινισμένο Ιερό Ναό της Μονής Αγίου Νικολάου Σινασσού.

Ομιλία κατά την Κυριακή των Αγίων Πατέρων

Ιερώτατοι άγιοι αδελφοί,
Τέκνα εν Κυρίω αγαπητά,

Δοξάζομεν τον Κύριον διότι μας ηξίωσε να τελέσωμεν δια πρώτην φοράν την Θείαν Λειτουργίαν εις τον Ιερόν τούτον Ναόν των Αγίων Βασιλείου και Βλασίου, εις το ιστορικόν Μιστί, εις τα ηγιασμένα χώματα της Καππαδοκίας. Η χαρά μας είναι μεγάλη διότι και εφέτος μας εδόθη η ευλογία να πραγματοποιήσωμεν το τελούμενον κατ’ έτος προσκύνημα εις την αγιοτόκον αυτήν περιοχήν της Καππαδοκίας, την κατ’ εξοχήν βρίθουσαν πολυπληθών σεβασμάτων και αγιασμάτων, όπου κάθε πέτρα μαρτυρεί την ευλάβειαν των κατοίκων της, των ευλογημένων Καππαδοκών, οι οποίοι τόσα πολλά προσέφεραν εις την Εκκλησίαν του Χριστού, και τόσους πολλούς ανέδειξαν Αγίους.

Εις την χαράν μας αυτήν μετέχει σήμερον και η κτίσις όλη, θάλλουσα και ανθοφορούσα. Βλέπομεν την γην καταπράσινον, τα φυτά βλαστάνοντα, τα ζώα περιχορεύοντα, τα πάντα πανηγυρίζοντα και εορτάζοντα. Η χαρά αυτή της φύσεως μας ανάγει εις τον Δημιουργόν. Διότι εάν τα άψυχα και άλογα κτίσματα με τόσην ωραιότητα καλλωπίζωνται και φαιδρύνωνται, πόσον περισσότερον οφείλομεν ημείς οι πιστοί, ως λογικαί ψυχαί και εικόνες Θεού, να στολίζωμεν και να λαμπρύνωμεν τους εαυτούς μας με την θεάρεστον ζωήν μας.

Εις την χαράν μας σήμερον συμμετέχουν οι εορταζόμενοι τριακόσιοι δέκα και οκτώ Πατέρες της Α  Οἰκουμενικῆς Συνόδου, η οποία επραγματοποιήθη εις την Νίκαιαν της Βιθυνίας. Αυτοί οι Πατέρες μετέφεραν από την πηγήν της Νικαίας εις τα πέρατα της οικουμένης το Σύμβολον της Πίστεως, το Πιστεύω, εις το οποίον στηρίζονται ανά τους αιώνας τα δόγματα της Εκκλησίας μας. Αυτοί σήμερον συνεκάλεσαν ημάς εδώ, εις την γην της Καππαδοκίας, εκ της οποίας αρκετοί είλκον την καταγωγήν των, δια να τιμήσωμεν την αΐδιον μνήμην των και να ζητήσωμεν τας μεσιτείας των ενώπιον του Θεού δια την Μητέρα Εκκλησίαν και το Γένος μας. Τιμώμεν αυτούς οι οποίοι διετήρησαν ζωντανήν την ελπίδα της σωτηρίας μας.

Η πνευματική παράδοσις η οποία εδημιουργήθη εδώ εις την Καππαδοκίαν κατά τον τρίτον και τέταρτον αιώνα κατέστησεν αυτήν προπύργιον της ορθής πίστεως και τους πατέρας αυτής, τους ορθοτομούντας τον λόγον της αληθείας, κανόνας ορθοδόξου ζωής και διδασκαλίας. Έτσι η Καππαδοκία, δια των θεοπνεύστων ανδρών της, συνεκράτησε και υπεστήριξε πολλάκις την Ορθοδοξίαν, προτάξασα τους λόγους των ως ρομφαίαν δίστομον εναντίον των αιρέσεων και των ζιζανίων.

Επί πλέον, είναι μεγάλη η ευλογία του Θεού να τελούμε την Θείαν Λειτουργίαν δια πρώτην φοράν εις τον ναόν τούτον τον οποίον προ εκατόν πεντήκοντα και πλέον ετών ανήγειρον περικαλλή, αρχιτεκτονικώς περίλαμπρον, δεκάτρουλλον οι φιλοπρόοδοι και φιλευσεβείς Μισθιώται. Αυτός ο ναός ήτο το κέντρον της ζωής των. Εις αυτόν εβάπτιζον τα τέκνα των. Εις αυτόν εστεφανούντο τα νέα ζεύγη. Εις αυτόν εκήδευον και προέπεμπον τους ηγαπημένους συγγενείς των. Εις αυτόν απέπλυνον τας ανομίας των δια των ιερών μυστηρίων. Εδώ μετείχον εις την κατά Χριστόν ζωήν. Εδώ ελάμβανον τον αγιασμόν, άνευ του οποίου ουδείς όψεται τον Κύριον. Εδώ σήμερον ετελέσαμεν την μυστικήν θυσίαν της Θείας Ευχαριστίας. Εδώ σήμερον συνηντήθημεν ζώντες και κεκοιμημένοι εις το ιερόν δισκάριον της Προσκομιδής. Κάθε τρούλλος αυτού του ναού ομιλεί δια την αγάπην των Μισθιωτών προς τον Θεόν και αναβιβάζει και ημάς εις Αυτόν. Μας παρακινεί εις ένωσιν ουρανού και γης, εις κοινωνίαν μετά των Αγίων, και μάλιστα των Καππαδοκών, εις σύναξιν ανθρώπων και αγγέλων. Εδώ συνεχίζεται, δια της τελεσθείσης αναιμάκτου θυσίας, σήμερον η ζωή του Κυρίου, μυστικώς και μυστηριακώς. Και πιστεύομεν ότι θα συνεχισθή, διότι «πύλαι άδου ου κατισχύσουσι της Εκκλησίας».

Καίτοι πολλούς κινδύνους διήλθον και πολλούς κατακτητάς εγνώρισαν οι μακαριστοί Καππαδόκαι Μισθιώται, ζώντες επί αιώνας υπό την επιφάνειαν της γης εις υπογείας εσκαμμένας εις τους βράχους στοάς, τα “κελέρια”, παρέμειναν όμως πλούσιοι εις ευσέβειαν και ευλάβειαν και κατεστόλισαν τα όρη και τους λόφους και τας πεδιάδας και τα σπήλαια της ιεράς αυτής γης με ναούς και ιεράς μονάς, που παντοιοτρόπως εκόσμουν, δια αναθημάτων, ιερών εικόνων, απαραμίλλων τοιχογραφιών. Δεν ηρκούντο εις τας υπαρχούσας εκκλησίας, αλλά καθημερινώς προσέθετον και νέας, συναμιλλώμενοι προς τας προηγουμένας γενεάς. Έτσι, όπως είναι γνωστόν, το υπόγειον χωρίον των ήτο κατάσπαρτον από εκκλησίας και με τον τρόπον αυτόν έλεγον και εμαρτύρουν εμπράκτως, τρόπον τινά, ότι βασική προτεραιότης της ζωής μας και τελικός σκοπός της είναι η κληρονομία του Παραδείσου, αφού επίγειος Παράδεισος είναι κάθε ιερός ναός. Είμεθα δε βέβαιοι ότι με αυτάς τας εξ αισθητών λίθων εκκλησίας, είτε σώζονται σήμερον είτε όχι, κατεσκεύασαν κατοικητήρια εκ λίθων τιμίων και αφθάρτων δια τας ψυχάς των εν τοις ουρανοίς.

Αυτήν την ευλάβειαν ας μιμηθούμε και ημείς, αγαπητοί αδελφοί, όπου και εάν ευρισκώμεθα, όποια και εάν είναι η καταγωγή μας. Και ας μη λυπούμεθα και ας μη απορούμε σήμερα δια την μετεγκατάστασιν του λαού αυτής της πόλεως από τας πατρογονικάς του εστίας εις την Ελλάδα και την φαινομενικήν διακοπήν της χριστιανικής παραδόσεως. «Ουκ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν». Και δεν υπάρχει επί γης τόπος εστερημένος της παρουσίας του Θεού. Διότι εάν υπήρχε τοιούτος τόπος, ο Θεός δεν θα ήτο Θεός. Και τα ερείπια και οι ναοί οι οποίοι υπήρξαν και σήμερον εξηφανίσθησαν και κατεπόθησαν υπό της φθοράς η υπό της ανθρωπίνης παρεμβάσεως, ζουν εντός της φιλοστόργου αγκάλης του Θεού ως δώρα πολύτιμα και προσφοραί ευπρόσδεκτοι, θυμίαμα εις οσμήν ευωδίας πνευματικής, όπως άλλωστε ζουν και οι κεκοιμημένοι ομογενείς μας, ως τέκνα Του γνήσια, τιμώντα τον Πατέρα των. Πρέπει δε να έχουμε πάντοτε εις τον νουν μας ότι εις το τέλος επί τω ονόματι Ιησού παν γόνυ κάμψει και πάσα γλώσσα εξομολογήσεται ότι Κύριος Ιησούς Χριστός εις δόξαν Θεού Πατρός» (Φιλιπ. β , 10-11) και τοιουτοτρόπως, εν τη μελλούση δόξη, τα πάντα θα αποκατασταθούν δεδοξασμένα και κατηγλαϊσμένα με άπλετον φως, όταν θα συναχθούν εκ βορρά και δυσμών και εώας τα τέκνα τα ηγαπημένα του Θεού.

Απευθυνόμενοι δε και ειδικώς εις τους εξ Ελλάδος αδελφούς μας, τους ελθόντας δια να τιμήσουν την μνήμην του εν Καππαδοκία ασκητικώς βιώσαντος Οσίου Ιωάννου του Ομολογητού του Ρώσσου, θέλομεν να τονίσωμεν ότι ο σημερινός άγιος, δια του βίου του αποτελεί υπόδειγμα και βεβαίωσιν ότι ουδεμία βία και ουδεμία εξωτερική ισχύς και αντινομία, ουδεμία έλλειψις και στέρησις, ουδεμία οικονομική ένδεια, δεν ημπορεί να καταβάλη τον άνθρωπον ο οποίος πιστεύει εις τον Χριστόν, αλλά αυτός και εις τας πλέον δυσχερείς περιστάσεις εξέρχεται πάντοτε νικητής. Αύτη εστίν η νίκη η νικήσασα τον κόσμον, η πίστις ημών.

Kατακλείοντες τον λόγον, στρέφομεν τα όμματα της καρδίας μας προς τον τοπικόν Άγιον Δημήτριον, από εδώ από το Μιστί καταγόμενον, τον καταλιπόντα τα της γης και βίον ισάγγελον διαγαγόντα, τον οσιακώς αθλήσαντα, και καταθέτομεν εις την αγίαν αυτού μνήμην τα άνθη της ευλαβείας της ψυχής μας. Τα χαριτόβρυτα λείψανά του ανευρέθησαν, θαυματουργικώ τω τρόπω, περί τα έτη 1860 και 1870, ότε η Ελευθερία Ελεκίδου, γυναίκα αγράμματος και θεοσεβής, ως άλλωστε ήσαν σχεδόν όλοι οι Καππαδόκες, θεοσεβείς, κάτοικος του χωρίου τούτου όπου σήμερον ευρισκόμεθα, χρηματισθείσα κατ’ όναρ, ωδήγησε τον σύζυγόν της και πάντας τους κατοίκους του Μιστίου εις κατακόμβην, κειμένην μεταξύ του χωρίου τούτου και της ομόρου Λίμνας, όπου εύρον αυτά αποτεθειμένα αναβλύζοντα μυρίπνοον ευωδίαν, παρέχοντα έκτοτε πλουσίαν την ευλογίαν και πολλαπλάς τας ιάσεις εις τους καταφεύγοντας εις την χάριν του Αγίου. Αι δε σεβόμεναι τον Θεόν καππαδοκικαί χείρες μετέφεραν κατά την ανταλλαγήν των πληθυσμών τα λείψανα ταύτα εις το χωρίον Ιάνα της Αλεξανδρουπόλεως, όπου τιμάται η μνήμη αυτού ομού μετά του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου του Θεσσαλονικέως.

Δια των σκέψεων τούτων, ευχόμεθα εις πάντας οι άγιοι Ιωάννης ο Ρώσσος και Δημήτριος ο εκ Νίγδης και όλοι οι Άγιοι της Καππαδοκίας, όπως ο άγιος Γεώργιος, ο άγιος Σάββας, ο άγιος Θεοδόσιος ο Κοινοβιάρχης, ο άγιος Ιλαρίων, ο άγιος Αρσένιος και τόσοι άλλοι, να είναι στήριγμα, αντίληψις και παραμυθία, οι άγιοι τριακόσιοι δέκα και οκτώ πατέρες της Α  Οἰκουμενικῆς Συνόδου να μας φωτίζουν και να μας οδηγούν και ο πανάγαθος Θεός, ταις πρεσβείαις αυτών, να μας αξιώση και πολλάς ακόμη φοράς να συναχθούμε επί το αυτό εις την ηγιασμένην Καππαδοκίαν δια να Τον δοξάσουμε και να ενθυμηθούμε τους προγόνους μας, οι οποίοι εμεγαλούργησαν εδώ εις τα βάθη της Ανατολής με την βαθείαν πίστιν των, την ευλάβειάν των και την αγάπην των προς κάθε υψηλόν και ωραίον και άγιον.
Καλήν Αγίαν Πεντηκοστήν και καλήν επιστροφήν εις τα ίδια.

Ομιλία κατά τον εσπερινό προ της Κυριακής των Αγίων Πατέρων στην Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου Σινασσού

Ιερώτατοι άγιοι αδελφοί,
Αγαπητοί αδελφοί και τέκνα,

Διανύοντες την κοσμοχαρμόσυνον περίοδον του Πεντηκοσταρίου, κατά την οποίαν η Ορθόδοξος Εκκλησία μας με ιδιαιτέραν λαμπρότητα επετέλεσε την εορτήν του Πάσχα και τώρα ετοιμάζεται να εορτάση την Κάθοδον του Αγίου Πνεύματος, που εσήμανε την ίδρυσίν της και την έναρξιν της σωτηριώδους αποστολής της εν τω κόσμω, τιμώμεν αύριον την ιεράν μνήμην των τριακοσίων δεκαοκτώ Πατέρων, οι οποίοι, μετασχόντες της εν Νικαία της Βιθυνίας Α  Οἰκουμενικῆς Συνόδου, διετήρησαν ανόθευτον και καθαράν την πίστιν, την οποίαν παρέλαβαν από των Αγίων Αποστόλων.

Η εύανδρος γη της Καππαδοκίας, όπου ετελέσαμεν τον εσπερινόν των Θεοφόρων τούτων Πατέρων, μεγάλως ηυλογήθη παρά Κυρίου από αυτών ακόμη των πρώτων χριστιανικών αιώνων, μάλιστα και δια της παρουσίας των αγίων Ιεραρχών, οι οποίοι εστερέωσαν την πίστιν και διεμόρφωσαν την δογματικήν διδασκαλίαν της Εκκλησίας μας δια των συγγραφών των και της συμμετοχής των εις τας Οικουμενικάς Συνόδους. Αλλά και διαχρονικώς παρέχει την ευλογίαν της δια της παρουσίας των ιερών ναών και μονών της, όπως της Ιεράς αυτής Μονής του Αγίου Νικολάου, άρτι ανακαινισθείσης.

Τα ερείπια των αγιασμάτων της πίστεώς μας, τα οιαδήποτε ερείπια, δεν μας στενοχωρούν, αδελφοί και τέκνα, παρότι είναι επιθυμία μας να τα εβλέπαμε όπως εξήλθαν εκ της χειρός των κτιτόρων και αφιερωτών των. Διότι αν και αυτά είναι τμήμα του παρόντος αιώνος της φθοράς, συγχρόνως ανάγουν ημάς εις την ασάλευτον και ουράνιον πατρίδα, την άνω Ιερουσαλήμ, όπου ναός χειροποίητος δεν υπάρχει, διότι ναός αυτής είναι Κύριος ο Θεός ο Παντοκράτωρ, όπως γράφει η Αποκάλυψις.

Σήμερα συνήφθημεν μυστικώς με τας ψυχάς των μακαρίων κτιτόρων, οικιστών, ανακαινιστών και αφιερωτών της λαξευμένης εις τον βράχον κατοικίας αυτής του αγίου και θαυματουργού Ιεράρχου Νικολάου. Ας προσευχηθούμε πρωτίστως δια τας ψυχάς των πατέρων μας οι οποίοι έζησαν εις αυτήν την Μονήν και ηυλίσθησαν εν τη ερήμω της μοναχικής πολιτείας. Ας ενθυμηθούμε όσους ησπάσθησαν εδώ τον κοινοβιακόν  βίον, όσους δεν έζησαν δια τον εαυτόν των, αλλά ζούσε εν τω μέσω αυτών ο Χριστός, τον οποίον ηκολούθησαν αφού ηρνήθησαν τα πάντα.

Διότι ο κοινοβιακός μοναχισμός είναι εκλογή του Χριστού, χορός εκλεκτών, πληθύς ανθρώπων οι οποίοι ανέθεσαν την ζωήν των εις τον Θεόν, συνοδεία ακολουθούσα τον Χριστόν, η οποία φέρει τον Σταυρόν και κραταιούται υπό του Σταυρού, στρατός του πνεύματος μαχόμενος κατά των πονηρών πνευμάτων. Την αλήθειαν δια τους μοναχούς οι οποίοι αγωνίσθηκαν εδώ ησθάνθη και ο μεγάλος βραβευμένος ποιητής Γεώργιος Σεφέρης, όταν επεσκέφθη τα μέρη αυτά, ίσως μίαν μονήν όπως αυτήν εις την οποίαν εσπερίζομεν απόψε, και έγραψεν εις το μικρό αλλά συγκλονιστικό δοκίμιό του “Τρεις μέρες στα μοναστήρια της Καππαδοκίας”: «Οι καππαδόκες καλόγεροι ήταν περίφημοι τρωγλοδύτες: τέτοιες ήταν οι ανάγκες σ’ εκείνες τις άκρες που πήγαν να ριζώσουν. Άλλ’ όσο τους μελετά κανείς, θαυμάζει που δεν έγιναν πνευματικοί τρωγλοδύτες» .

Εις αυτούς τους υπογείους μεν τρωγλοδύτας, πνευματικώς όμως ουρανίους υψιπετείς αετούς κατατάσσομεν και τον σήμερον εορταζόμενον όσιον και ομολογητήν Ιωάννην τον Ρώσσον, ασκητικώς και μοναχικώς βιώσαντα, καίτοι όχι εις Κοινόβιον η εις ασκητήριον, αλλά εις την οικίαν αλλοθρήσκου δεσπότου εις το Προκόπιον, του οποίου ήτο σκλάβος. Ο άγιος Ιωάννης εγεννήθη εις την Μικρορωσίαν, εις την Ουκρανίαν το 1690 και εις μίαν εκστρατείαν του τσαρικού στρατού αιχμαλωτίσθηκε από τους Τατάρους και πουλήθηκε σκλάβος σε ένα Τούρκο αξιωματικό του ιππικού, ο οποίος τον έφερε στην πατρίδα του στο Προκόπι της Καππαδοκίας. Πολλοί συναιχμάλωτοί του αλλαξοπίσθησαν, όχι όμως ο Ιωάννης, ο οποίος έλεγε στο αφεντικό του “Είσαι αφέντης του σώματός μου, όχι όμως και της ψυχής μου. Άφησέ με ελεύθερο να εκτελώ τα θρησκευτικά μου καθήκοντα κι  ἐγὼ πρόθυμα θα υπακούω στις προσταγές σου”. Αυτή η στάσις του αργότερα εκτιμήθηκε και ο σκλάβος Ιωάννης καταξιώθηκε εις την συνείδησιν του αυθέντου του ως δίκαιος άνθρωπος. Προσηύχετο τις νύκτες επί ώρες ολόκληρες γονατιστός εις τον νάρθηκα της γειτονικής Εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου και ήταν ανυπόδητος χειμώνα – καλοκαίρι. Απέθανε νέος το 1730 και κατά την ανταλλαγήν των πληθυσμών το λείψανό του μετεφέρθη από τους ευσεβείς Καππαδόκες εις το Νέο Προκόπι Ευβοίας. Η Εκκλησία μας τιμά την μνήμη του κάθε χρόνο εις τας 27 Μαΐου.

Το δίδαγμα είναι ότι αι δύσκολοι εξωτερικαί συνθήκαι ποτέ δεν είναι δι’ ημάς τους πιστεύοντας εις τον Χριστόν εμπόδιον εις την πρόοδόν μας, αλλά αντιθέτως αποτελούν εφαλτήριον δια μεγαλύτερα πνευματικά κατορθώματα. Και τούτο το απεδείξαμεν ως Γένος πολλάκις και το βλέπομεν εις όλας τας εκφάνσεις του πολιτισμού μας. Έχομεν την εντύπωσιν ότι όσον περισσότεροι ήσαν οι κίνδυνοι δι’ημάς, τόσον ο βίος και ο πολιτισμός μας εβυθίζοντο εις το φως της Αναστάσεως, το ίδιον φως το οποίον διαχρονικώς νυν και εις τους αιώνας φωτίζει την Βασιλεύουσαν Πόλιν και τα όρη και τους δρυμούς και τας νάπας της Καππαδοκίας.

Και ήτο αυτό το φως, ως ευστόχως λέγει ο νομπελίστας Σεφέρης, μία δέσμη η οποία πηγάζει από δύο εστίας. Η μία της Κωνσταντινουπόλεως, ήτις δίδει την ευγένειαν και την χάριν. Η άλλη των μοναστηρίων της Καππαδοκίας «δίνει τον παλμό και την δροσιά μιας χειροπιαστής ζωής». Και αυτές οι δύο μεγάλες παραδόσεις της Ανατολής και της Βασιλίδος των πόλεων ανηλώθησαν εις την τελειότητα μιας μοναδικής, νέας δημιουργίας, την οποίαν «κοντά στα τείχη στην Μονή της Χώρας» εκφράζει «ένα ψηφιδωτό κυπαρίσσι που παίζει ακόμη με την πνοή του αγέρα», ενώ, εδώ «στην γειτονιά του Νικήτα του Χωνιάτη, στον Άγιο Θεόδωρο, οι βασιλιάδες του Ισραήλ  ανασαίνουν ακόμη γύρω από την Θεοτόκο με το Θείον Βρέφος».

Ασφαλώς αξίζει η ιστορική αύτη πόλις της Σινασσού την σημερινήν πανηγυρικήν σύναξιν, διότι εν αυτή ήνθησεν η εκκλησιαστική και εν γένει πνευματική ζωή, εν μέσω πλείστων αντιξοοτήτων, ώστε εκαλείτο υπό του αειμνήστου Μητροπολίτου Καισαρείας Ευσταθίου «όασις εν τη ερήμω, νήσος εν τω πελάγει, αστήρ εν τω σκότει και Αθήναι εν Μικρά Ασία». Παρά την υλικήν ευμάρειαν, η οποία ήτο αποτέλεσμα του φιλοπροόδου χαρακτήρος των ευγενών κατοίκων της και την οποίαν σήμερον αποδεικνύουν τα περίφημα αρχοντικά των, οι Σινασσίται δεν ελησμόνησαν τον Θεόν, ως συχνάκις συμβαίνει εις τοιαύτας περιστάσεις, αλλά παρέμειναν αμετακίνητοι εις τας παραδόσεις και εις την ταυτότητά των.
Η βαθεία αυτή ευλάβεια και ευσέβεια των Σινασσιτών διετηρήθη μέχρι τέλους και τα τεκμήριά της είναι εισέτι ορατά, ως ο περικαλλής ενοριακός Ναός των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Η Ιερά αύτη Μονή του Αγίου Νικολάου, η οποία ταις πρεσβείαις του αγίου σήμερον ήνοιξε και ήκουσε χείλη ιερέως μετά την πάροδον τοσούτων δεκαετιών, αποτελεί επίσης απτόν και εύγλωττον τεκμήριον της αγάπης των Σινασσιτών δια τον Θεόν και τον άγιόν Του, δεδομένου ότι οι ίδιοι δι’ επιτροπών, εν είδει Αδελφότητος, εφρόντιζον δια την διατήρησιν του προσκυνήματος τούτου, με αφοσίωσιν και θείον ζήλον διαχειριζόμενοι την περιουσίαν αυτού.

Αδελφοί μου, αι ολίγαι ημέραι τας οποίας θα διέλθωμεν εις την Καππαδοκίαν πραγματικώς δεν επαρκούν. Δια να χρησιμοποιήσωμεν πάλιν τους λόγους του ποιητού Σεφέρη «πρέπει να μπορεί κανείς να ζήσει με άνεση ένα διάστημα σ’ αυτά τα μέρη. Να ιδεί και να ξαναϊδεί• ν’ αργοπορήσει, να στοχαστεί και ν’ αναμετρήσει• πρέπει να έχει κανείς τον τρόπο να παραβάλει και να κοιτάξει τι χάθηκε ανεπανόρθωτα και ο,τι μένει από τα καταπληκτικά τούτα αφιερώματα στον Θεό ενός σβησμένου κόσμου». Και αν οι προπάτορές μας εγκατέλιπον αναγκαστικώς τας εν Καππαδοκία εστίας των, όμως το Πνεύμα πνέει εδώ, και την φωνήν αυτού ακούομεν και κατά την όμορφη αυτή ανοιξιάτικη βραδυά.

Καλώς ωρίσατε όλοι από την Ελλάδα, την Αμερική, την Ρουμανία, καλώς ωρίσατε εις αυτά τα αγιασμένα μέρη της καθ’ημάς Ανατολής και είθε η χάρις των Αγίων της να σας συνοδεύη εις όλον τον υπόλοιπον χρόνον της ζωής σας. Χρόνια πολλά!

 

Πηγή: Μιστί, ρεπορτάζ-φωτογραφίες του Νικολάου Μαγγίνα

Tags: , , ,

Category: Επικαιρότητα

Leave a Reply


Warning: mysql_query() expects parameter 2 to be resource, object given in /home/nektsi/tomonastiri.gr/wp-content/plugins/autopost/resources/fncs.inc.php on line 295